Meaning of σκάλωμα | Babel Free
/ˈska.lo.ma/Ορισμοί
-
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σκαλώνω general
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- αναρρίχηση
- σχοινένια σκάλα
- εμπόδιο, πρόσκομμα
- επικλινής τόπος που γίνεται επίπεδος, προκειμένου να καλλιεργηθεί, με κατασκευή που συγκρατεί το έδαφος στην κάτω μεριά του
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.