Meaning of σιτζίμι | Babel Free
/siˈd͡zi.mi/Ορισμοί
- λεπτό, γερό σκοινί ή γερός σπάγκος
-
πυκνή βροχή figuratively
Παραδείγματα
“Ήσπασ' η γαδούρα το σιτζίμι κι ήφαε το ψωμί του. (Ν.Ε. Μηλιώρης, Μικρασιατικά Χρονικά Ζ, 1957, σελ. 430, αρ. 170)”
“Η βροχή έπεφτε σιτζίμι. (Κ. Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Αθήνα 1963)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.