Meaning of σισύφειος | Babel Free
/siˈsi.fi.os/Ορισμοί
- ο σχετικός με τον Σίσυφο και με την τιμωρία του, να κουβαλάει ένα βράχο στη κορυφή βουνού που πάντα κυλούσε στην αρχική του θέση
-
ο δύσκολος και μάταιος, χωρίς αποτέλεσμα figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.