Meaning of σιμιτζής | Babel Free
si.miˈd͡zisΟρισμοί
- αυτός που πουλάει σιμιγδάλι ή σιμιγδαλένια κατασκευάσματα (κουλούρια, πίτες κ.λπ.)
- ανδρικό επώνυμο
- αυτός που παρασκευάζει σιμίτια
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.