Meaning of σιλδεναφίλη | Babel Free
Ορισμοί
φαρμακευτική ουσία που χαλαρώνει τα αιμοφόρα αγγεία και διευκολύνει τη ροή του αίματος, χρησιμοποιούμενη κυρίως για τη στυτική δυσλειτουργία και τη θεραπεία μορφών πνευμονικής υπέρτασης
Ισοδύναμα
English
sildenafil
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.