HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σιδερόφραχτος | Babel Free

Adjective CEFR C1
/si.ðeˈɾo.fɾa.xtos/

Ορισμοί

  1. που έχει (μεγάλη και βαριά) πανοπλία
  2. πάνοπλος, βαριά οπλισμένος
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Η παραχώρηση της περιοχής ήταν ένα «δώρο» του Χίτλερ στον Βούλγαρο τσάρο Βόρις, για τη βοήθεια που του είχε προσφέρει ο τελευταίος στην κατάληψη από τις σιδερόφραχτες στρατιές του Γʹ Ράιχ, της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. (enet.gr εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 2/10/2011])”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σιδερόφραχτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course