Meaning of σιγουρέψεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιγουρεύω
- θα σιγουρέψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιγουρεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.