Meaning of σηματοδότης | Babel Free
/si.ma.toˈðo.tis/Ορισμοί
- ηλεκτρονική συσκευή η οποία ρυθμίζει την κυκλοφορία οχημάτων, πεζών, τρένων κ.λπ. με τη μετάδοση φωτεινών σημάτων
-
αυτός που μεταδίδει σήματα general
- εργαζόμενος στους σιδηροδρόμους με καθήκον τη ρύθμιση της κυκλοφορίας
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.