Meaning of σημαιοφόρος | Babel Free
/si.me.oˈfo.ɾos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
αυτός που κρατάει τη σημαία literally
- βαθμός κατώτερου αξιωματικού του ναυτικού, αντίστοιχος του ανθυπολοχαγού του στρατού ξηράς
-
κήρυκας και υπέρμαχος ιδεολογίας πολιτικής, κοινωνικής κ.τ.λ. figuratively
Ισοδύναμα
English
flag carrier
Παραδείγματα
“※ Πλησίαζε η 28η Οκτωβρίου, και στο σχολείο είχαν αρχίσει οι πρόβες για τη γιορτή — ποιήματα, θεατρικά σκετς, τραγούδια — και, φυσικά, για παρέλαση. Εγώ, επειδή στην πέμπτη τάξη είχα 10 άριστα σε όλα τα μαθήματα, θα γινόμουν σημαιοφόρος. Το να είναι κάποιος σημαιοφόρος ήταν πολύ σπουδαίο για τους μεγάλους αλλά πολύ κουραστικό για τα παιδιά.”
“※ Το 1922, απόφοιτο, πλέον, τον τοποθέτησαν ως σημαιοφόρο στο καταδρομικό Έλλη, κι έτσι βρέθηκε να παρακολουθεί το δράμα της εκκένωσης του ελληνικού στρατού από το λιμάνι της Σμύρνης.”
“※ Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι εξελέγη πανηγυρικά το 2019 λόγω της επαγγελίας του για συμφιλίωση και επανένωση των “δύο Ουκρανιών”. Υπό το κράτος, όμως, εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων, έκανε στροφή και μετατράπηκε σε σημαιοφόρο της κυρίαρχης “αντιρωσικής Ουκρανίας”.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.