HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σερασκέρης | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. τίτλος στρατιωτικού διοικητή ή αξιωματούχου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. πασάς που αναλάμβανε αρχιστράτηγος

Παραδείγματα

“※ Αφού πήγαμε μέσα εις την Άρτα, μια ημέρα ήρθαν οι πασσάδες εις το κονάκι του μπέγη και όλοι οι σερασκέρηδες οι Αρβανίτες να τον ιδούν. (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Α1)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σερασκέρης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course