Meaning of σερασκέρης | Babel Free
Ορισμοί
- τίτλος στρατιωτικού διοικητή ή αξιωματούχου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
- ανδρικό επώνυμο
- πασάς που αναλάμβανε αρχιστράτηγος
Παραδείγματα
“※ Αφού πήγαμε μέσα εις την Άρτα, μια ημέρα ήρθαν οι πασσάδες εις το κονάκι του μπέγη και όλοι οι σερασκέρηδες οι Αρβανίτες να τον ιδούν. (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Α1)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.