Meaning of σεμαγλουτίδη | Babel Free
Ορισμοί
φαρμακευτική ουσία που μιμείται τη δράση της ορμόνης GLP-1, ρυθμίζοντας τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και προωθώντας τη μείωση του σωματικού βάρους
Ισοδύναμα
English
semaglutide
Παραδείγματα
“※ Η νέα ανάλυση έδειξε πως όσοι λάμβαναν σκευάσματα σεμαγλουτίδης είχαν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να πετύχουν δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ) κάτω από 27 και λόγο μέσης προς ύψος κάτω από 0,53 —στόχοι που θεωρούνται ενδείξεις χαμηλότερου κινδύνου για καρδιομεταβολικές επιπλοκές. (www.tovima.gr, 19.11.2025)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.