Meaning of σεκλέτι | Babel Free
/seˈkle.ti/Ορισμοί
θλίψη, στεναχώρια, (ερωτικός) καημός
Παραδείγματα
“"από το πολύ σεκλέτι το 'ριξα στον ναργιλέ"”
“"...σεκλέτια διώχνει ο μπαγλαμάς..."”
“"βαριά σεκλέτια έχω απόψε..."”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.