Meaning of σειραϊκός | Babel Free
/si.ɾa.iˈkos/Ορισμοί
- που γίνεται με μια σειρά ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που χαρακτηρίζει ενέργειες που γίνονται κατά σειρά, όπου η μία ξεκινά όταν έχει ολοκληρωθεί η προηγούμενη
- η δομή δεδομένων (data structure) που περιέχει συλλογή στοιχείων (ή αντικειμένων) σε συγκεκριμένη σειρά, όπως ο πίνακας (array), η λίστα (list), η πλειάδα (tuple), η συμβολοσειρά (string), κλπ
- που δημιουργείται βασισμένη σε συγκεκριμένη σειρά ή διάταξη φθόγγων (ή και ρυθικών ή δυναμικών στοιχείων) της επιλογής του συνθέτη (και όχι σε κάποια γνωστή σειρά φθόγγων της
Παραδείγματα
“σειραϊκή θύρα, σειραϊκή σύνδεση, σειραϊκοί αριθμοί”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.