HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σβωλιαστός | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει σβωλιάσει, που πήρε σφαιρικό σχήμα ενώ αρχικά είχε άλλο
  2. που έχει πήξει και συσσωματωθεί σε κόμπους κατακερματισμένα σε μη συμπαγή-μη ενιαία δομή

Παραδείγματα

“(πχ. χαλίκι που λειάνθηκε σε ποταμό, στρόγγυλο τυράκι-κεφαλάκι-μπαλάκι Τήνου που προέρχεται από πλάσιμο-ζύμωμα του τυριού "πετρώματος" με προσθήκη μυρωδικών και αλατιού)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σβωλιαστός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course