σαϊτεύω
Ορισμοί
- χτυπώ κάποιον με σαΐτα (βέλος)
-
χτυπώ κάποιον με τα βέλη του έρωτα, γοητεύω, σαγηνεύω, ξελογιάζω figuratively
Παραδείγματα
“και χέρια γοργογύριστα να ρίχνουν τη σαΐτα,”
“να σαϊτεύει τα πουλιά και τά ομορφα κορίτσια.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free