Meaning of σαχλαμάρα | Babel Free
/saxlaˈmaɾa/Ορισμοί
- λόγος ή πράξη που λογίζεται ως σαχλή, ανόητη ή στερουμένη σοβαρότητος
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του σαχλαμάρας
Παραδείγματα
“Σταματά να λες σαχλαμάρες και μιλά σοβαρά!”
Stop with the nonsense and start speaking seriously!
“Πως να μάθω στο παιδί μου να μην κάνει σαχλαμάρες όλη μέρα;”
How can I teach my child not to do stupid things all day?
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.