Meaning of σαραντάρη | Babel Free
Ορισμοί
- σαραντάρης, στη γενική του ενικού
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σαραντάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σαραντάρης accusative, genitive, singular, vocative
- σαραντάρης, στην αιτιατική του ενικού
- σαραντάρης, στην κλητική του ενικού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.