Meaning of σαρακατσάνοι | Babel Free
Ορισμοί
- Έλληνες νομάδες κτηνοτρόφοι από την περιοχή της Πίνδου που εξαπλώθηκαν και σε γειτονικά μέρη της Ελλάδας και της νότιας Βαλκανικής Χερσονήσου
-
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρακατσάνος nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.