HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σαρακατσάνοι | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. Έλληνες νομάδες κτηνοτρόφοι από την περιοχή της Πίνδου που εξαπλώθηκαν και σε γειτονικά μέρη της Ελλάδας και της νότιας Βαλκανικής Χερσονήσου
  2. ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σαρακατσάνος
    nominative, plural, vocative

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σαρακατσάνοι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course