Meaning of σαμαροσκούτι | Babel Free
Ορισμοί
- χοντρό μάλλινο ύφασμα που τοποθετείται κάτω από το σαμάρι ή τη σέλα ή με το οποίο επενδύεται εσωτερικά το σαμάρι
-
ύφασμα με το οποίο κατασκευάζονταν πανωφόρια dated
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.