Meaning of σαμαράκι | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό σαμάρι
- μικρή υπερύψωση σε δρόμο, κάθετη στην πορεία των οχημάτων, που, είτε αποτελεί κακοτεχνία, είτε χρησιμεύει για να επιβάλλει, με έμμεσο τρόπο, τη μείωση της ταχύτητας
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.