Meaning of σαλτσιέρα | Babel Free
/salˈt͡sçe.ɾa/Ορισμοί
- σκεύος σε σχήμα μπολ με προχοή, κατάλληλο για το σερβίρισμα της σάλτσας
- (αρχαιολογία< κεραμική συμβατική ονομασία τύπου αγγείου της προϊστορικής εποχής με μακρά προχοή
Ισοδύναμα
English
gravy boat
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.