HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σαλπιγκτής

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. αυτός που σαλπίζει
  3. ο στρατιώτης που σαλπίζει παραγγέλματα (π.χ. έγερσης, ανάπαυσης, ασκήσεις) με τη σάλπιγγα
  4. αυτός που διακηρύσσει κάτι σημαντικό
    figuratively

Ισοδύναμα

11 more languages
Češtinatrubač
日本語喇叭手
한국어나팔수
Latinaturner
Nederlandshoornblazer
Русскийгорни́ст

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σαλπιγκτής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free