Meaning of σαλπιγκτής | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αυτός που σαλπίζει
- ο στρατιώτης που σαλπίζει παραγγέλματα (π.χ. έγερσης, ανάπαυσης, ασκήσεις) με τη σάλπιγγα
-
αυτός που διακηρύσσει κάτι σημαντικό figuratively
Ισοδύναμα
English
Trumpet
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.