Meaning of σαλικυλικό οξύ | Babel Free
Ορισμοί
οργανικό οξύ (χημικός τύπος: HOC₆H₄COOH ή C₇H₆O₃) που ανήκει στην κατηγορία τών β-υδροξυοξέων (BHA), χρησιμοποιείται ευρέως στη δερματολογία λόγω των απολεπιστικών και αντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων του και συχνά βρίσκεται σε προϊόντα περιποίησης του δέρματος για την καταπολέμηση της ακμής, καθώς βοηθά στον καθαρισμό των πόρων και στη μείωση των φλεγμονών, ενώ είναι και πρόδρομη ουσία του ακετυλοσαλικικού οξέος (της ασπιρίνης)
Ισοδύναμα
English
salicylic acid
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.