Meaning of σαλιγκάρι | Babel Free
/sa.liŋˈɡa.ɾi/Ορισμοί
μαλάκιο με σπειροειδές κέλυφος και εδώδιμη σάρκα. Έχει μακρόστενο σώμα, το οποίο προεξέχει εν μέρει από το κέλυφος, και κεφάλι, το οποίο φέρει δύο ζευγάρια κεραιών που συστέλλονται.
Ισοδύναμα
English
snail
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.