Meaning of σαλεύγω | Babel Free
/saˈle.vɣo/Ορισμοί
-
διαλεκτική μορφή του σαλεύω ή (δημοτική) idiomatic
- τρελαίνομαι, χάνω το μυαλό μου
- κουνάω, κάνω κίνηση
Παραδείγματα
“—ήντα κάμεις εϊτού; —μ΄ ήβαλε να του τα σαλεύγω!(Χρειάζεται στοιχεία παραθέματος, αν είναι από συγκεκριμένο βιβλίο)”
“μα σαλευγμένα τάχεις; (έχεις τρελαθεί;) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))”
“Βρε, γιά σάλευγε! (κουνήσου!, ξεκίνα!)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.