HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σαλεύγω | Babel Free

Verb CEFR B1
/saˈle.vɣo/

Ορισμοί

  1. διαλεκτική μορφή του σαλεύω ή (δημοτική)
    idiomatic
  2. τρελαίνομαι, χάνω το μυαλό μου
  3. κουνάω, κάνω κίνηση

Παραδείγματα

“—ήντα κάμεις εϊτού; —μ΄ ήβαλε να του τα σαλεύγω!(Χρειάζεται στοιχεία παραθέματος, αν είναι από συγκεκριμένο βιβλίο)”
“μα σαλευγμένα τάχεις; (έχεις τρελαθεί;) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))”
“Βρε, γιά σάλευγε! (κουνήσου!, ξεκίνα!)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σαλεύγω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course