Meaning of σαλαμάστρα | Babel Free
Ορισμοί
μονωτικό υλικό από ίνες (π.χ. βαμβακιού) που χρησιμοποιείται ως παρέμβυσμα σε μόνωση - στεγανοποίηση αξόνων αντλιών ή πηδαλίων
Ισοδύναμα
English
sennit
Παραδείγματα
“Κάτασπρα φοράς και έχεις βραχεί, … πλέκω σαλαμάστρα στα μαλλιά σου (Νίκος Καββαδίας)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.