Meaning of σαγήνη | Babel Free
/saˈʝi.ni/Ορισμοί
η ικανότητα που έχει κάποιος να ασκεί γοητεία κι έλξη στους άλλους
Παραδείγματα
“※ Ο χώρος, αλλιώς το δύσβατο βουνό, δαμασμένο ωστόσο οικιστικά και συγκοινωνιακά από παλιούς χρόνους, με τους κινδύνους του και τις σαγήνες αλλά και με τα καταφύγιά του και το οργανωμένο τοπικό σύστημα πληροφοριοδότησης πέτρα και δάσος, βράχοι και πλάκες, σάρες, αλλά και διάσελα, σπίτια πέτρινα και καλύβια, κήποι πεζούλες και λογγές.”
“Βασίλης Αποστολόπουλος @biblionet, Επί ξυρού ακμής biblionet.gr”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.