Meaning of ρρ | Babel Free
Ορισμοί
- διπλό συμφωνικό γράμμα ρο ⟨ρ⟩ που γράφεται σε παράγωγα ή σύνθετα στις εξής περιπτώσεις:
- το εν-, παλι-, παν-, συν-, υπερ- + ⟨ρ⟩
- για λέξεις από τα αρχαία ελληνικά με δεύτερο συνθετικό που αρχίζει με ⟨ρ⟩: διατηρείται και στα νέα ελληνικά το ρ του δεύτερου συνθετικού που διπλασιαζόταν όταν βρισκόταν μετά από φωνήεν που ήταν βραχύχρονο
- σε νεότερες συνθέσεις
- αν είναι δάνεια, γράφεται το διπλό ρρ όταν και τα δύο συνθετικά προέρχονται από αρχαίες λέξεις
- όταν είναι λόγιες συνθέσεις γράφεται διπλό ρρ
- στους αόριστους ρημάτων με αύξηση που είχαν διπλό ρο, απλοποιείται
Παραδείγματα
“έρρινος (αλλά και ένρινος), παλίρροια, παρρησία, συρραφή, υπερρεαλιστής”
“άρρητος (< αρχαία ελληνική ἄρρητος ᾰ- βραχύ + ῥητός)”
“αιμορραγία (< αρχαία ελληνική αἱμορραγία ο (βραχύ) + -ρραγία < ῥήγνυμι),”
“παλίρροια (< αρχαία ελληνική παλίρροια ῐ βραχύ + -ρροια < ῥέω)”
“ενώ όταν το φωνήεν ήταν μακρόχρονο, το ρ δεν διπλασιαζόταν”
“εύρυθμος > αρχαία ελληνική εὔρυθμος”
“ηχο-ρρύπανση αλλά αφισο-ρύπανση)”
“εμπορο-ρράπτης”
“αλλά όχι στις λαϊκές συνθέσεις”
“αρχαία ελληνική ῥάπτω, αόριστος ἔρραψα - κοινή νεοελληνική ράβω, αόριστος με απλοποιημένη γραφή έραψα”
“αλλά όχι όταν ήδη υπάρχει στον ενεστώτα, σε λόγια λέξη”
“αρχαία ελληνική συρράπτω, αόριστος συνέρραψα - κοινή νεοελληνική συνέρραψα”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.