HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ρουσφετολογικός | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με τη ρουσφετολογία ή τό ρουσφέτι ή αναφέρεται σ’ αυτά
  2. που γίνεται με σκοπό το ρουσφέτι, είναι ρουσφέτι ή υποκρύπτει ρουσφέτι

Παραδείγματα

“※ «[…]εἰς συζητήσεις προσωπικὰς, μωρολογικὰς καὶ ρουσφετολογικὰς […]» (εφημερίδα Ακρόπολις, 30 Οκτωβρίου 1883)”
“ρουσφετολογική τροπολογία”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ρουσφετολογικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course