Meaning of ρουμανικός | Babel Free
/ɾuˈma.niˈkos/Ορισμοί
- ο σχετικός με τη Ρουμανία, που ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτήν
- που προέρχεται ή ανήκει ή αναφέρεται στη Ρουμανία
Παραδείγματα
“※ η Γερουσία της Ρουμανίας ενέκρινε εναν νόμο ο οποίος απλοποιεί τις νομικές διαδικασίες για την απόκτηση ρουμανικής υπηκοότητας”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.