Meaning of ροπαλοφόρος | Babel Free
/ɾo.pa.loˈfo.ɾos/Ορισμοί
- → λείπει η κλίση
- που κρατάει ρόπαλο
Παραδείγματα
“όρμησαν ροπαλοφόροι χούλιγκαν και τα έκαναν γυαλιά καρφιά”
“ροπαλοφόρος Ηρακλής”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.