Meaning of ρομαντισμός | Babel Free
Ορισμοί
- το να είναι κάποιος ρομαντικός, να νιώθει και να φέρεται ρομαντικά
- καλλιτεχνικό ρεύμα (κυρίως του 18ου και 19ου αιώνα) που έδινε έμφαση στο συναίσθημα κι όχι στη λογική
Ισοδύναμα
English
Romanticism
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.