Meaning of ρινολογία | Babel Free
/ɾi.no.loˈʝi.a/Ορισμοί
ιατρικός κλάδος, υποειδικότητα της ωτορινολαρυγγολογίας, που ασχολείται με τη ρίνα / μύτη από λειτουργικής, παθολογικής και αισθητικής πλευράς
Ισοδύναμα
English
rhinology
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.