Meaning of ριζοσπαστισμός | Babel Free
/ɾi.zo.spa.stiˈzmos/Ορισμοί
- η προσπάθεια ρήξης με το παρελθόν και το κατεστημένο και η προώθηση ριζικών αλλαγών στην κοινωνία, την πολιτική κ.α. με αποφασιστικές μεθόδους
- αδιάλλακτη και ανυποχώρητη στάση και πρακτική
- εξτρεμισμός
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.