Meaning of ρηξιακός | Babel Free
/ɾi.ksi.aˈkos/Ορισμοί
-
που έχει σχέση ή αναφέρεται σε ρήξη, σύγκρουση figuratively
- που αφορά/ περιέχει ρήγμα
Παραδείγματα
“※ Αυτό ακριβώς το ρηξιακό στοιχείο προσπαθούμε να αναπτύξουμε στην παράσταση, (Η "Αντιγόνη" απόψε στην Καλαμάτα - Ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος μιλάει στην "Ε", εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ online, 25/8/2021 https://archive.ph/6480X”
“※ Σύμφωνα με τους σεισμολόγους, η ρηξιακή ζώνη Γεράσας δίνει πολύ συχνά σεισμούς, με αποτέλεσμα να σημειώνονται δεκάδες κάθε χρόνο (Στο «χορό» των Ρίχτερ η Κύπρος: Ακολούθησαν περίπου 20 μετασεισμοί, alphanews, Κύπρος, 27/10/2021, https://archive.ph/HhzkS”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.