Meaning of ρημάζω | Babel Free
Ορισμοί
-
με τις ενέργειές μου καταστρέφω κάτι τελείως με αποτέλεσμα να ερημωθεί transitive
-
μετατρέπομαι σε ερείπιο και ερημώνομαι intransitive
Παραδείγματα
“(συνεκδοχικά) χαλάω, καταστρέφω κάτι”
“(μεταφορικά) εξασθενώ υπερβολικά κάποιον, τον εξουθενώνω”
“(συνεκδοχικά) χαλάω, καταστρέφομαι”
“(μεταφορικά) εξασθενώ υπερβολικά, εξουθενώνομαι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.