HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ρευστοποιούμαι | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

  1. στο τρίτο πρόσωπο, από στερεός, γίνομαι ρευστός, υγρός ή αέριος
  2. στο τρίτο προσωπο, ενα κεφάλαιο γίνεται χρήμα, αλλάζει μορφή, π.χ. από ακίνητη περιουσία ή μετοχές μετατρέπεται σε χρήμα

Παραδείγματα

“το έδαφος ρευστοποιείται και αυτό έχει ως αποτέλεσμα γεωλογικά φαινόμενα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ρευστοποιούμαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course