Meaning of ρευστοποιούμαι | Babel Free
Ορισμοί
- στο τρίτο πρόσωπο, από στερεός, γίνομαι ρευστός, υγρός ή αέριος
- στο τρίτο προσωπο, ενα κεφάλαιο γίνεται χρήμα, αλλάζει μορφή, π.χ. από ακίνητη περιουσία ή μετοχές μετατρέπεται σε χρήμα
Παραδείγματα
“το έδαφος ρευστοποιείται και αυτό έχει ως αποτέλεσμα γεωλογικά φαινόμενα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.