Meaning of ρετινόλη | Babel Free
Ορισμοί
λιποδιαλυτή καροτενοειδής βιταμίνη της οικογένειας των βιταμινών Α (βιταμίνη Α₁) που βρίσκεται σε τρόφιμα (πράσινα λαχανικά, ιχθυέλαια) κι έχει ευεργετικές ιδιότητες (ανάπτυξη των οστών, φυσιολογική όραση κ.λπ.)
Ισοδύναμα
English
retinol
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.