Meaning of ρεμπέτικος | Babel Free
Ορισμοί
- σχετικός με το είδος του ελληνικού αστικού λαϊκού τραγουδιού που έχει ως κύριο όργανο το μπουζούκι και απηχεί επιρροές από τη βυζαντινή, τη δυτική και την ανατολίτικη μουσική
- σχετικός με τους ρεμπέτες και τη ζωή τους
Παραδείγματα
“ρεμπέτικο τραγούδι, ρεμπέτικη κομπανία, ρεμπέτικη βραδιά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.