HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ρεμπέτικος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. σχετικός με το είδος του ελληνικού αστικού λαϊκού τραγουδιού που έχει ως κύριο όργανο το μπουζούκι και απηχεί επιρροές από τη βυζαντινή, τη δυτική και την ανατολίτικη μουσική
  2. σχετικός με τους ρεμπέτες και τη ζωή τους

Παραδείγματα

“ρεμπέτικο τραγούδι, ρεμπέτικη κομπανία, ρεμπέτικη βραδιά”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ρεμπέτικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course