Meaning of ρελιάστρα | Babel Free
Ορισμοί
- εξάρτημα ή μηχάνημα που χρησιμοποιείται για το ρέλιασμα
- γαζώτρια ειδικευμένη στο ρέλιασμα
Παραδείγματα
“(ειδικότερα) ειδικό ποδαράκι ραπτομηχανής”
“(γενικότερα) μηχάνημα που χρησιμοποιείται για να περαστεί πλαστικό ή μεταλλικό ρέλι σε ύφασμα ή άλλο υλικό”
“ζητείται ρελιάστρα και κορδελιάστρα για φασόν”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.