Meaning of ρασκέτα | Babel Free
Ορισμοί
εργαλείο (είδος ξύστρας ή ξέστρου) με το οποίο ξεκολλούσαν το κάρβουνο που έπρεπε να ριχτεί στο λέβητα ενός ατμόπλοιου
dated
Παραδείγματα
“※ Κάργα ρασκέτα και λοστό / τον Μπέη να περάσω / και μες στου Κάρντιφ τα νερά / εκεί να πάω ν' αράξω. (Από το τραγούδι «Ο θερμαστής» σε στίχους και μουσική του Γιώργου Μπάτη)”
“※ λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 182)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.