Meaning of ραδιοφάρμακο | Babel Free
Ορισμοί
οργανική ή ανόργανη ένωση ραδιονουκλιδίων που δίνονται σε ασθενείς, για να υποβληθούν σε διαγνωστικές εξετάσεις (π.χ. σπινθηρογράφημα) ή θεραπείες πυρηνικής ιατρικής
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.