Meaning of ραδικοσαλάτα | Babel Free
Ορισμοί
: σαλάτα από ωμά τρυφερά φύλλα από πικρά ραδίκια ή ραδίκια του βουνού, συνηθέστερα και με ψιλοκομμένο κρεμμύδι με ασπράδια βραστών αυγών ανακατεμένα σε σάλτσα από λιωμένους κρόκους αυγών, μουστάρδα και λαδόξιδο.
Παραδείγματα
“※ Και δε μου λές , τίποτα περισσεμένο από χτες δεν έχει ; -Έχει ραδικοσαλάτα, έχει και ελιές (Μαρία Ιορδανίδου, Στου κύκλου τα γυρίσματα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1980, σελ. 207)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.