Meaning of ρίπτω | Babel Free
/ˈɾi.pto/Ορισμοί
-
ρίχνω obsolete
-
στους τύπους ερρίφθη, ερρίφθησαν (3α πρόσωπα παθητικού αορίστου, ιδίως στα σύνθετά τους) obsolete
- απλοποιημένη γραφή του ῥίπτω
-
στη λόγια μετοχή ριφθείς, ριφθείσα, ριφθέν obsolete
-
σε σύνθετα με -ρρίπτω () obsolete
-
με αρχαίους τύπους σε πάγιες εκφράσεις όπως: obsolete
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.