Meaning of ρέβω | Babel Free
/ˈɾe.vo/Ορισμοί
- καταρρέω, ερειπώνομαι
- κουράζομαι πολύ, καταβάλλομαι, εξαντλούμαι σωματικά
Παραδείγματα
“※ […] ούτε για τη μητέρα, που ψοφάει η κακομοίρα στη δουλειά, ούτε για μένα, που ράβω και ρέβω δώδεκα ώρες την ημέρα, για μιάμισυ δραχμή...”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.