Meaning of πωρώνω | Babel Free
/poˈɾo.no/Ορισμοί
- μετατρέπω κάποιον σε αναίσθητο ως προς ζητήματα ηθικής, του προκαλώ ηθική αναισθησία
- προκαλώ συναισθηματική ένδεια
-
φανατίζω, παθιάζω familiar
- δημιουργώ πώρο στην προσπάθεια αποκατάστασης ενός οστού που έχει σπάσει
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.