HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πυροφύλακας | Babel Free

Noun CEFR C1
/pi.roˈfi.la.kas/

Ορισμοί

ο επιφορτισμένος στη περιφρούρηση ορισμένης περιοχής (δημόσιας ή ιδιωτικής) από πυρκαγιά

Παραδείγματα

“※ Εθελοντής πυροφύλακας εντόπισε αργά το βράδυ της Πέμπτης στον Υμηττό εμπρηστικό μηχανισμό και ειδοποίησε άμεσα την Αστυνομία. (www.naftemporiki.gr, 28.07.2023)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πυροφύλακας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course