Meaning of πυροφορικός | Babel Free
Ορισμοί
- που φέρνει πυρ, δηλαδή φωτιά
- υλικό που αναφλέγεται με την έκθεσή του στον ατμοσφαιρικό αέρα ή με την επαφή του με οξυγονούχες ουσίες, όπως και το νερό, ιδιαίτερα σε μορφή ρινισμάτων, στις συνηθισμένες συνθήκες
- που βγάζει σπίθες με την τριβή ή την κρούση
- που οξειδώνεται με τη έκθεσή του με τον ατμοσφαιρικό αέρα, στις συνηθισμένες συνθήκες
Παραδείγματα
“※ Ο πυροφορικός θειούχος σίδηρος, δηλαδή ο θειούχος σίδηρος που έχει την ικανότητα να υποστεί πυροφορική οξείδωση στον ατμοσφαιρικό αέρα, μπορεί να προκαλέσει ανάφλεξη εύφλεκτων μιγμάτων αερίων υδρογονανθράκων και ατμοσφαιρικού αέρα (Κ. Φέτσης, διπλωματική εργασία, ΕΜΠ, 2014, https://dspace.lib.ntua.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/39264/%CE%94%CE%99%CE%A0%CE%9B%CE%A9%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%97-%CE%A6%CE%95%CE%A4%CE%A3%CE%97.pdf?sequence=2)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.