Meaning of πυροφάνι | Babel Free
/piɾoˈfani/Ορισμοί
- ειδική πλατφόρμα πάνω σε αλιευτικό σκάφος, στην οποία τοποθετείται φανάρι, για να προσελκύονται τη νύχτα με το φως του τα ψάρια
- το σκάφος (βάρκα, καΐκι, γρι γρι) που έχει εξοπλιστεί με τέτοιο σύστημα
-
ο σχετικός τρόπος ψαρέματος broadly
-
η τοποθέτηση για πλάκα, για «διασκέδαση», ανάμεσα στα δάκτυλα του ποδιού κάποιου κοιμισμένου (φαντάρου, φυλακισμένου κ.λπ.) αναμμένου χαρτιού familiar, figuratively, slang
Παραδείγματα
“Έφυγε με το πυροφάνι κι ούτε πια πίσω δεν εφάνει”
He left with the fishing light and never more appeared again.
“Με σβησμένο πυροφάνι Κάποια νύχτα σκοτεινή Μπήκε μέσα στο λιμάνι η βαρκούλα η ορφανή.”
With a turned off fishing light, One dark night, The orphaned boat Came into the harbour.
“Ο ψαράς πήγε για πυροφάνι.”
The fisherman went fishing with an attractor.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.