Meaning of πυροσωρείτης | Babel Free
/pi.ɾo.soˈɾi.tis/Ορισμοί
πυκνό νέφος που δημιουργείται λόγω πυρκαγιάς ή ηφαιστειακής έκρηξης
Παραδείγματα
“※ Ενδεικτικό της έντασης των ανοδικών ρευμάτων στην πυρκαγιά της Βαρυμπόμπης είναι το γεγονός πως καταγράφηκαν παροδικά νέφη πυροσωρειτών, ακριβώς πάνω από το πλούμιο του καπνού. (Εφημερίδα των Συντακτών, 04.08.2021)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.